Έκθεση αποτελεσμάτων της ανασκαφής στον Αζοριά (2013)

Donald C. Haggis, The University of North Carolina at Chapel Hill

PDF (με εικ. 1-11)

 

Η ανασκαφή στον αρχαιολογικό χώρο του Αζοριά στη βορειοανατολική Κρήτη (Καβούσι, Ιεράπετρα) διήρκεσε έξι εβδομάδες (3 Ιουνίου - 12 Ιουλίου), ενώ ακολούθησαν τέσσερις εβδομάδες επεξεργασίας, μελέτης, συντήρησης των δεδομένων και σύνταξης της σχετικής έκθεσης (15 Ιουλίου - 10 Αυγούστου). Οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν από το University of North Carolina at Chapel Hill, υπό την αιγίδα της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, με άδεια που χορήγησε η ΚΔ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και με την υποστήριξη του Ινστιτούτου Μελέτης Προϊστορικού Αιγαίου Ανατολικής Κρήτης.

Η ανασκαφή διενεργήθηκε σε 14 τομές, συμπεριλαμβανομένων των στρωματογραφικών, σε τομείς που είχαν διανοιχτεί το 2002-2006 (A600, B800, B3200, B3400, B3500, B3900, D1500), καθώς και σε καινούργια σημεία (B4000, B4100, B4200, B4300, B4400, D1600, A2800) (εικ. 1).

Βασικός σκοπός των εργασιών το 2013 ήταν η πραγματοποίηση στρωματογραφικής διερεύνησης κάτω από στρώματα καταστροφής της Ύστερης Αρχαϊκής περιόδου που είχαν αποκαλυφθεί μεταξύ 2002 και 2006, προκειμένου: να διερευνηθούν πρωιμότερες φάσεις κατοίκησης, να γίνει κατανοητή η στρωματογραφική μετάβαση από την πρώιμη Εποχή του Σιδήρου στην Αρχαϊκή Εποχή και να χρονολογηθούν με ακρίβεια οι φάσεις κατοίκησης του 6ου αιώνα π.Χ., καθώς και η ίδρυση της πόλης. Ένας από τους στόχους της ανασκαφής εντοπίστηκε σε αποθέσεις της Αρχαϊκής περιόδου με βότσαλα (A2800, B800, B4000, B3500). Οι εργασίες σε αυτό το στρώμα βοτσάλων έδωσαν την ευκαιρία να εξεταστούν οι μέθοδοι κατασκευής, η χρονολόγηση της θεμελίωσης Αρχαϊκών κτηρίων, καθώς και η διάθεση και η επεξεργασία των καταλοίπων της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου-Πρώιμης Ανατολίζουσας κατά την κατασκευή του Αρχαϊκού οικισμού.

Άλλοι στόχοι περιλάμβαναν την ανασκαφή των κύριων δωματίων του «Κτηρίου της Πρώιμης Εποχής Σιδήρου-Ανατολίζουσας» -μιας ευμεγέθους κατασκευής που ανάγεται στην Υστερογεωμετρική/Πρώιμη Ανατολίζουσα περίοδο-, το οποίο ανακαλύψαμε το 2006 (B3900, B4000, B4100, B4400), την ολοκλήρωση της ανασκαφής του Βορειοδυτικού Κτηρίου -μιας οικίας της Αρχαϊκής εποχής (D700, D1500 και D1600)- και την αφαίρεση αναχώματος κατά μήκος της δυτικής πλευράς των κύριων δωματίων του Βοηθητικού Κτιρίου (B4200), ώστε να κατανοήσουμε την πρόσβαση σε αυτά από έναν εξωτερικό δρόμο ή διάδρομο και τα ίχνη πρωιμότερης κατοίκησης κατά μήκος αυτού του ανδήρου.

 

A600 (στρωματογραφική τομή) (εικ. 1)

 

Οι εργασίες στην A600S -στρωματογραφική τομή στη νότια κουζίνα του Κτιρίου Συμποσίων πραγματοποιήθηκαν προκειμένου να ερευνηθεί μια σειρά αργών λίθων μεγάλου μεγέθους, παραταγμένων από τα βόρεια προς τα νότια, κάθετα στην ανατολική πλευρά του Αρχαϊκού δωματίου, όπως αποκαλύφθηκε το 2002. Οι τοίχοι της Αρχαϊκής εποχής φαίνεται να στηρίζονται πάνω σε αυτή τη σειρά λίθων, στα βόρεια και νότια, ενώ υπήρχε η σκέψη ότι πρόκειται για τον ανατολικό τοίχο πρωιμότερου κτηρίου (Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου), ο οποίος εκτεινόταν κάτω από τις επιφάνειες και τους τοίχους των δωματίων της Αρχαϊκής Εποχής στην A600.

            Η αφαίρεση της Αρχαϊκής επιφάνειας και του δαπέδου αποκάλυψε τις δύο όψεις του πρώιμου τοίχου, ο οποίος είχε διαταραχθεί έντονα από την κατασκευή του υστερότερου κτηρίου της Αρχαϊκής εποχής και από τη χρήση του χώρου: η ανατολική όψη αποτελείται από τη σειρά των έξι αργών λίθων, η οποία ήταν ορατή πριν τη διενέργεια της ανασκαφής, και η δυτική όψη από μια σειρά μικρότερων λίθων. Ένα τοιχάριο από δύο μεγάλους αργούς λίθους αποκαλύφθηκε στη νότια πλευρά της τομής, με πιθανή λιθόκτιστη κατασκευή (θρανίο ή πλατφόρμα) στη γωνία που σχημάτιζαν οι τοίχοι. Η κεραμική που περισυλλέχθηκε από στερεωμένη επιφάνεια στο κέντρο του χώρου χρονολογείται στην Υστερομινωική IIIΓ, στην Υστερογεωμετρική και στον 7ο αιώνα π.Χ, γεγονός που συνεπάγεται στρώμα κατοίκησης του 7ου αιώνα π.Χ.

 

A2800 (δοκιμαστική τομή) (εικ. 2)

 

Ακριβώς κάτω από το Κτίριο Συμποσίων και δυτικά της A1900, διανοίχτηκε η δοκιμαστική τομή A2800 (6,30 μ. x περ. 8,0 μ.), φέρνοντας στο φως δύο παράλληλους τοίχους, με κατεύθυνση από τον βορρά προς τον νότο. Η μεταξύ τους απόσταση είναι ακριβώς 3,80 μ., όπου βρίσκεται επίχωση από μεγάλη ποσότητα βοτσάλων και από μικρούς αργούς λίθους. Ο πιο χαμηλός δυτικός τοίχος αποκαλύφθηκε κατά 7,20 μ., ενώ ο ανατολικός, χτισμένος στην πλαγιά, αποκαλύφθηκε κατά 4,30 μ.

Ανάμεσα στους δύο τοίχους δεν έχουν διατηρηθεί στρώματα κατοίκησης, ωστόσο, αποτελούν τη θεμελίωση παράλληλων φερόντων τοίχων που περιέτρεχαν το άνδηρο κάτω από το Κτίριο Συμποσίων, ορίζοντας έτσι την άκρη του κτηρίου στα δυτικά και σχηματίζοντας το αρχιτεκτονικό προστατευτικό περιβάλλον των Αρχαϊκών κατασκευών του ανδήρου που βρισκόταν από κάτω.

Ο τοίχος που βρίσκεται στο ανώτερο επίπεδο (ανατολικός) θεμελιώνεται στο φυσικό βράχο, σε μεγάλους αργούς λίθους και σε επίχωση με βότσαλα, περίπου 2,5 μ. χαμηλότερα από το επίπεδο της Αρχαϊκής κατοίκησης των δυτικών δωματίων του Κτιρίου Συμποσίων, ορίζοντας τα δυτικά όρια του κτηρίου και καταδεικνύοντας τις μεγάλης κλίμακας μετατροπές που έλαβαν χώρα σε αυτή την πλαγιά. Φαίνεται ότι το δυτικό άκρο των δωματίων του Κτιρίου Συμποσίων (A1400, A1600, A600, A2700 και A1900S) στηριζόταν σε επίχωση βάθους δύο μέτρων, η οποία κάλυπτε την επικλινή επιφάνεια του βράχου. Ο αυθεντικός τοίχος, πιθανότατα, είχε ύψος τουλάχιστον 5,0μ.

Παρόλο που η επιφάνεια κατοίκησης ανάμεσα στους δύο τοίχους δεν σώζεται, αν θεωρήσουμε το υπάρχον βαθύτερο τμήμα του ανατολικού τοίχου ως το επίπεδο του Αρχαϊκού δαπέδου (περ. 362 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας), είμαστε σε θέση να ανακατασκευάσουμε την αργολιθοδομή και την επίχωση με βότσαλα που στήριζαν τα κτήρια σε αυτό το άνδηρο, σε βάθος 1,5 μ. Το υλικό που ανακαλύφθηκε με τη βοήθεια της στρωματογραφικής τομής μέσα από την ανατολική όψη του δυτικού τοίχου χρονολογείται στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, αλλά και στην Ανατολίζουσα περίοδο. Terminus ad quem/post quem για τη χρονολόγηση της Αρχαϊκής επίχωσης αποτελεί ο ύστερος 7ος αιώνας π.Χ.

 

B800 (στρωματογραφική τομή) (εικ. 3)

 

Οι εργασίες στην B800 επέκτειναν μια στρωματογραφική τομή αποκαλύπτοντας Αρχαϊκή επίχωση με βότσαλα (με αναμενόμενο εύρος χρονολόγησης από την ΥΜ IIIΓ έως τον 7ο αιώνα π.Χ.), καθώς και τρεις τοίχους κτηρίου της Υστερομινωικής IIIΓ. Φαίνεται ότι οι κτίστες της Αρχαϊκής εποχής ανήγειραν τον ανατολικό τοίχο του Βοηθητικού Κτιρίου (Service Building)  πάνω στη δυτική όψη πρωιμότερου τοίχου -αποσταθεροποιώντας την κατασκευή του-, αλλά και ότι έχτισαν ακριβώς από πάνω του, στο άνω επίπεδο της επίχωσης με βότσαλα. Όπως αποκαλύφθηκε κατά την ανασκαφή, το κτήριο έχει μήκος 4 μ. (βόρεια-νότια) και πλάτος 2.0 μ. Στο εσωτερικό, κάτω από την επίχωση με βότσαλα, ένα στρώμα αποτελούμενο από υλικό οροφής και τοίχου που είχε καταρρεύσει κάλυψε μια λασπώδη επιφάνεια δαπέδου από γκριζοκίτρινο φυλλίτη, η κατάσταση διατήρησης της οποίας είναι καλύτερη στο κέντρο και στην ανατολική πλευρά. Οι τοίχοι είναι καλοδιατηρημένοι, παρά τις σημαντικές αλλαγές που έλαβαν χώρα στο άνδηρο κατά την ανέγερση του κτηρίου την Αρχαϊκή εποχή. Η θεμελίωση σώζεται σε περίπου πέντε σειρές από μικρούς και μεγάλους αργούς λίθους. Υπάρχει λίθινη πλατφόρμα ή βάση στη βορειοανατολική γωνία -ένας μεγάλος λίθος με ελαφρύ κοίλωμα, που περιέχει συγκέντρωση βοτσάλων, ενώ δίπλα, βρίσκεται λίθινο πώμα και συγκέντρωση στάχτης και καταλοίπων καύσης στο δάπεδο μπροστά από τη βάση. Παρόμοια κατάλοιπα καύσης και στάχτης βρέθηκαν και στο κέντρο του δωματίου. Θραύσματα από βαθιά αγγεία της ΥΜ IIIΓ, τριποδικά μαγειρικά σκεύη και μαγειρικός δίσκος ανακαλύφθηκαν στο δάπεδο του δωματίου.

 

B3500 (στρωματογραφική τομή και απόθεση με βότσαλα) (εικ. 4)

 

Η ανασκαφή στη B3500, το νοτιότερο δωμάτιο των Νοτιοδυτικών Κτηρίων, αποκάλυψε πυκνή και διευθετημένη Αρχαϊκή επίχωση με βότσαλα, βάθους 1,0-1,30 μ., μπροστά από την ανατολική όψη φέροντος τοίχου στα δυτικά. Ενώ η επίχωση περιλαμβάνει υλικό της Υστερομινωικής IIIΓ, Ύστερης Γεωμετρικής και της Πρώιμης Ανατολίζουσας, η υστερότερη κεραμική χρονολογείται στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ, περίοδος η οποία έχουμε αποδείξει ότι συνιστά γενικό terminus post quem/ad quem της μεγάλης φάσης ανακατασκευής του Αζοριά κατά την Αρχαϊκή εποχή. Τόσο στην B3500, όσο και στην A2800, είναι σαφές ότι φέροντες τοίχοι κατασκευάστηκαν βαθιά μέσα σε στρώματα της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού. Το πλάτος των επιπέδων που σχηματίστηκαν από τους τοίχους αυτούς στις εν λόγω τομές είναι περίπου 4,0 μ. (3,80 μ. στην A2800 και 4,20 μ. στη B3500). Το βάθος της επίχωσης με βότσαλα είναι επίσης παρόμοιο στις δύο τομές: αν θεωρήσουμε το επίπεδο του Αρχαϊκού δαπέδου ως το κάτω τμήμα του ανατολικού φέροντος τοίχου, το μέγιστο βάθος επίχωσης στη B3500, την οποία αρχικά περιείχε ο δυτικός τοίχος, ήταν περίπου 1,70 μ., ενώ το εκτιμώμενο βάθος επίχωσης στην A2800 ήταν 1,50 μ.

Ο φέρων τοίχος της B3526 αποκαλύφθηκε σε μήκος 4,5 μ. (βόρεια-νότια). Διατηρείται σε 5 στρώσεις (ύψους 1 μ. περίπου) και περιλαμβάνει μικρούς λίθους -μοιάζοντας περισσότερο με τον δυτικό τοίχο της A2800 παρά με τον ανατολικό. Οι ομοιότητες στο μέγεθος, στη μέθοδο κατασκευής, στο πλάτος του ανδήρου και στο βάθος της επίχωσης με βότσαλα στην A2800 και τη B3500 αποτελούν ενδείξεις εκτεταμένου πολεοδομικού σχεδιασμού.

 

B4200 (διάδρομος ή δρόμος του Βοηθητικού Κτιρίου/ Service Building) (εικ. 1)

 

Το ανάχωμα κατά μήκος της δυτικής πλευράς των κύριων δωματίων του Βοηθητικού Κτιρίου (B1200, B700 και B1500) ανασκάφηκε το 2013. Στόχος ήταν  η κατανόηση της χρήσης του χώρου, της κατασκευής και των φάσεων ανέγερσης του δυτικού τοίχου του Βοηθητικού Κτιρίου, των τρόπων πρόσβασης στο κτήριο, καθώς και η πιθανότητα επέκτασης του στρώματος κατοίκησης της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου πάνω σε αυτό το άνδηρο. Ενδείξεις για κατάρρευση τοίχου βρέθηκαν στο πλάι της δυτικής πλευράς του Βοηθητικού Κτιρίου. Το στρώμα κατοίκησης που βρισκόταν από κάτω διατηρείται σε καλή κατάσταση στην ανατολική πλευρά και στο κέντρο του άνδηρου. Παραμένει ασαφές εάν αυτός ο χώρος αποτελούσε εξωτερικό δρόμο (ή επέκταση της αυλής στην B3100) ή στεγασμένο τμήμα του κτηρίου. Υποθέτουμε ότι όταν ο δυτικός τοίχος κατέρρευσε προς τα δυτικά, τμήματα της στέγασης πιθανότατα έγειραν και έπεσαν στον διάδρομο. Οι σωζόμενες άνω στρώσεις πρωιμότερων τοίχων αποκαλύφθηκαν στο βόρειο και νότιο άκρο του ανδήρου.

 

 

D1500, D1600, D700 (το Βορειοδυτικό Κτήριο) (εικ. 5-7)

 

Το Βορειοδυτικό Κτήριο αποτελείται από έξι δωμάτια που επικοινωνούν εσωτερικά. Το 2006 ανασκάψαμε δύο δωμάτια στην D700 -μια αποθήκη και μία αίθουσα. Το 2013, ξεκινήσαμε την ανασκαφή δύο διαδοχικών τομών, της D1500 στα βόρεια και της D1600 στα νότια. Στη D1500 αποκαλύφθηκε ένα μεγάλο δωμάτιο (εικ. 5) και στη D1600 τρία δωμάτια που επικοινωνούν: ένα στενό δωμάτιο ή προθάλαμο (D1600-1) (εικ. 6), μια κουζίνα (D1600-2) και μια αποθήκη (D1600-3) (εικ. 7). Αυτή η αλληλουχία των δωματίων σχηματίζει ένα συγκρότημα με συνοχή, όπου όλοι οι χώροι παρουσιάζουν παρόμοια στρωματογραφία: ένα πολύ πυκνό στρώμα τοίχου που έχει καταρρεύσει καλύπτει αρκετά παχύ στρώμα υλικών οροφής, στο οποίο έχουν διεισδύσει λίθοι από τους τοίχους. Στο κτήριο βρέθηκε στρώμα από καμένο πηλό οροφής, καθώς και κατάλοιπα ξύλου και ξύλινα αντικείμενα. Οι επιφάνειες των δαπέδων φέρουν ίχνη εκτεταμένης καύσης: κατάλοιπα και τμήματα δοκών, αποθέσεις άνθρακα, γκριζοκίτρινος πηλός που έχει μετατραπεί σε ερυθρό από την καύση και έχει αποχρωματιστεί από τη στάχτη, καθώς και διαβρωμένα κάρβουνα.

            Τα δωμάτια του Βορειοδυτικού Κτηρίου συνδέονται με πόρτες, χωρίς να υπάρχει ένδειξη πρόσβασης από τα βόρεια ή τα νότια κατά την περίοδο εγκατάλειψης, γεγονός που υποδηλώνει ότι η κύρια είσοδος του κτηρίου ήταν από το άνδηρο στα δυτικά, όπου σώζεται μόνο η θεμελίωση του φέροντος τοίχου. Το κτήριο περιλαμβάνει δύο μεγάλες παρακείμενες αίθουσες (D1500 και D700 δυτικά), δύο αποθήκες (D700 ανατολικά, D1600-3), εσωτερικό προθάλαμο (D1600-1), μεγάλη τετράγωνη κουζίνα (6,3 x 6,0 μ.) με εμβαδό περίπου 38 μ2 (D1600-2) και εστία με περιστόμιο, καθώς και μεγάλο αποθηκευτικό χώρο – βρέθηκαν περίπου 20 λίθινες βάσεις αγγείων όπου πιθανότατα τοποθετούνταν πίθοι. Τα ίχνη καύσης στο βόρειο μισό της D1600-2, βόρεια της εστίας, αντιστοιχούν στην τοποθέτηση των πίθων. Τουλάχιστον 4 πίθοι ανακαλύφθηκαν στο ανατολικό δωμάτιο της D700 το 2006, ενώ  βάσεις για άλλους 8 βρέθηκαν κατά μήκος των βόρειων και νότιων τοίχων της D1600-3. Συνεπώς, είναι πολύ πιθανό, στο κτήριο να αποθηκεύονταν γύρω στους 20-30 πίθους διάφορων μεγεθών.

Προφανώς, μέσω του προθάλαμου (D1600-1) επικοινωνούσαν οι παραπάνω αίθουσες (D700 δυτικά, D1500) με τον βοηθητικό χώρο ή χώρο προετοιμασίας του φαγητού (D1600-2 και 3) (εικ. 6).Ο προθάλαμος αποτελεί ένα χώρο μετάβασης από τον χώρο προετοιμασίας φαγητού με τον χώρο κατανάλωσής του. Όσον αφορά τον βαθμό προσβασιμότητας, η παρακείμενη αίθουσα -δυτικά της D700- με τη διπλανή της αποθήκη, μπορεί να θεωρηθεί περισσότερο δημόσιος χώρος, ενώ η αίθουσα της D1500, στα βόρεια, πιο ιδιωτικός.

Από τα ευρήματα του κτηρίου, ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα εξής: ένας μεγάλος κρατήρας και ένα εισηγμένο μαρμάρινο λουτήριο ή περιρραντήριο από τη D1500, ένα χάλκινο μικρογραφικό μεσομφάλιο ασπίδας από τη D1600-2, ένα μολύβδινο τάλαντο και ένα εισηγμένο αττικό εξάλειπτρο από τη D1600-3, καθώς και μια ακέραια πήλινη βάση κρατήρα που βρέθηκε στο κέντρο του δωματίου της D1600-1.

Η πολυπλοκότητα και η υψηλής ποιότητας αρχιτεκτονική του εν λόγω κτηρίου παραπέμπει σε κατοικία ανώτερης κοινωνική τάξης, με μεγάλες αποθήκες και χώρους παρασκευής φαγητού, που κλονίζει την αντίληψή μας για τους ιδιωτικούς και δημόσιους χώρους και ίσως θολώνει τα όρια μεταξύ αυτών των δύο περιοριστικών κατηγοριών. Σε αυτό το πλαίσιο και στάδιο της μελέτης μας, θεωρούμε ότι πρόκειται για ένα μεγάλο νοικοκυριό -το κέντρο ενός συνεταιρισμού που αποτελείτο από συγγενείς, των οποίων η οικία αποτελούσε τον βασικό χώρο αποθήκευσης και αναδιανομής προϊόντων, πληρωμής δημόσιων φορέων και ιδιωτικής, αλλά και δημόσιας κατανάλωσης.

 

B3900, B4000, B4100, B4400 («Κτήριο της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου-Ανατολίζουσας Περιόδου») (εικ. 8-11)

 

Το 2006, αποκαλύψαμε το νότιο δωμάτιο πρώιμου κτηρίου που βρισκόταν κάτω από δρόμο της Αρχαϊκής περιόδου (B3000 και  B3900,  το «Κτήριο ΠΕΣ-Α»). Το 2013 επεκτείναμε την ανασκαφή στον περιοχή, προκειμένου να διερευνήσουμε το κτήριο, το οποίο αποτελείται από πέντε δωμάτια: η τομή B3900 (Δωμάτιο 1) αποτελεί το μπροστινό δωμάτιο στα νότια, το οποίο είχαμε ανασκάψει, εν μέρει, το 2006. Τον 7ο αιώνα π.Χ., το εμβαδό του δωματίου μειώθηκε από την ανατολική του πλευρά, ενώ μια κλίμακα τοποθετήθηκε στη νοτιοανατολική γωνία του, παρέχοντας πρόσβαση σε υπερυψωμένη αυλή, η οποία οδηγούσε στο δωμάτιο της B4000. Ο παρακείμενος χώρος, η τομή B4100 (Δωμάτια 2-3), συνιστά το κύριο δωμάτιο, το οποίο αποτελείται από μία αίθουσα με κεντρική εστία στην πρωιμότερη φάση του (ΥΓ) και άλλα δύο δωμάτια στην υστερότερη φάση του (Πρώιμη Ανατολίζουσα). Η B4400 (Δωμάτιο 4) είναι το πίσω ή βόρειο δωμάτιο του κτηρίου που συνδέεται με τη B4100 μέσω μιας εισόδου με πόρτα. Η B4000 (Δωμάτιο 5), είναι ένα επίμηκες δωμάτιο με έναν κεραμικό κλίβανο στο βόρειο άκρο του. Το εν λόγω δωμάτιο είναι προφανώς προσθήκη του 7ου αιώνα π.Χ. και ήταν προσβάσιμο από είσοδο στη νότια αυλή.

Ο χώρος που έχει ανασκαφεί ως B4100 αποτελεί το κύριο δωμάτιο του κτηρίου, το οποίο χωρίστηκε σε δύο δωμάτια στην υστερότερη φάση χρήσης του (εικ. 8). Το δωμάτιο της πρώιμης φάσης ήταν σχεδόν τετράγωνο, με μήκος 6,50 μ. (βόρεια-νότια, οι διαστάσεις του εσωτερικού του) και πλάτος 6,0 μ. (ανατολικά-δυτικά), με κεντρική εστία. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο με βαθιά απόθεση υπολειμμάτων -πολύ σκούρο χώμα με πολυάριθμα κεραμικά αντικείμενα και οστά ζώων- ενός Αρχαϊκού χώρου ρίψης απορριμμάτων, τα οποία είχαν συσσωρευτεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ το παρακείμενο άνδηρο στα ανατολικά (B4000) χρησιμοποιείτο ως δρόμος.

Κάτω από αυτό το στρώμα ανακαλύψαμε το άνω τμήμα διαχωριστικού τοίχου υστερότερης φάσης και ένα ιδιαίτερα ομοιογενές στρώμα με βότσαλα, βάθους περίπου 30 εκ., το οποίο εκτείνεται σε ολόκληρη την τομή. Η επίχωση με βότσαλα συνιστά επίσης θεμελίωση μικρού υποστηρικτικού ή εξωτερικού τοίχου στη νοτιοανατολική γωνία του δωματίου, ο οποίος είχε προφανώς κατασκευαστεί για να στηρίζει το νότιο τμήμα του ανατολικού τοίχου του δωματίου που κάποια στιγμή είχε ολισθήσει προς τα δυτικά, ίσως λόγω του βάρους της επίχωσης και της κάλυψης του δρόμου στη B4000 στα ανατολικά.

Ένα στρώμα υπολειμμάτων κατοίκησης 10-20 εκ. ήταν ορατό σε στενό τμήμα επιφάνειας δαπέδου στην ανατολική πλευρά του δωματίου, που εκτεινόταν από μπροστά από το κατώφλι και την είσοδο μέσα στη B3900 στα νότια -η επιφάνεια του δαπέδου εκτείνεται για περίπου δύο μέτρα στη νοτιοανατολική γωνία του δωματίου και στενεύει σε περίπου ένα μέτρο από τον ανατολικό τοίχο, όπου ένα καλοχτισμένο τμήμα κατωφλιού σηματοδοτεί την είσοδο και τη μετάβαση στο βόρειο δωμάτιο της B4100. Κάτω από το επίπεδο του δαπέδου βρισκόταν βαθύ στρώμα (περίπου 30 εκ.) από υλικά οροφής και λίθους τοίχου, ακριβώς πάνω σε επιφάνεια πηλού από φυλλίτη, η οποία αντιπροσωπεύει το πρωιμότερο δάπεδο που έχει αποκαλυφθεί έως σήμερα στο εν λόγω κτήριο. Είναι αξιοσημείωτα ομαλό και φέρει ίχνη καύσης που πιθανότατα υποδηλώνουν παρασκευή φαγητού. Στο κέντρο του δωματίου υπάρχει εστία με καμένο πηλό, σχεδόν ορθογώνια (περίπου 1,0 x 0,5 μ.) και μερικώς καλυμμένη από υστερότερο διαγώνιο τοίχο.

Η B4400 είναι το βόρειο δωμάτιο του Κτηρίου της Πρώιμης Εποχής Σιδήρου-Ανατολίζουσας περιόδου, το οποίο συνδέεται με τη B4100 με πόρτα στη βορειοανατολική γωνία. Από ό,τι φαίνεται χρησιμοποιήθηκε και στις δύο μεγάλες φάσης κατοίκησης, με μικρές αλλαγές στο επίπεδο του δαπέδου. Έχει πλάτος 2,70 μ. (βόρεια-νότια) και περίπου 5,0 μ. από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Η είσοδος μεταξύ B4100 και B4400 έχει πλάτος περίπου 1 μ., ενώ σώζεται και το κατώφλι της.

Η B 4000 αποτελείται από επίμηκες δωμάτιο που συνορεύει με ολόκληρη την ανατολική πλευρά της B4100/B4400 (εικ. 9). Πιθανότατα, στο Κτήριο της ΠΕΣ-Α πραγματοποιήθηκαν μετατροπές κατά τον 7ο αιώνα π.Χ., όταν διαμορφώθηκε το νότιο δωμάτιο της B3900, η νοτιοανατολική γωνία του απομακρύνθηκε και χτίστηκε ένας διαγώνιος τοίχος, στενεύοντας τον χώρο της B3900, αλλά ταυτόχρονα επεκτείνοντάς τον προς τα ανατολικά. Το ισόγειο ανυψώθηκε και ένας τοίχος με κατώφλι χτίστηκαν, δίνοντας πρόσβαση στο επίμηκες δωμάτιο B4000.

Η B4000 έχει μήκος 9,20 μ. (βόρεια-νότια), πλάτος περίπου 1,80-2,0 μ., ενώ το δωμάτιο γίνεται ελαφρώς πιο πλατύ στη νότια πλευρά του (εικ. 9). Στη βόρεια πλευρά του στενεύει (κατά περίπου 1,5 μ.), όπου βρισκόταν ο κεραμικός κλίβανος (εικ. 10). Ο κλίβανος καταλαμβάνει περίπου 3,5 μ. από τη βόρεια πλευρά -ο εξωτερικός τοίχος του κλιβάνου βρίσκεται στα νότια, όπου σηματοδοτείται η πρόσβαση σε αυτόν με σκαλί: μια χαμηλή πλατφόρμα (μήκους περίπου 1,30 μ. και πλάτους 50 εκ.) βρίσκεται πάνω σε μια σειρά λίθων σχηματίζοντας σκαλί κατά μήκος της βόρειας πλευράς. Η είσοδος αυτή βρίσκεται περίπου 5,80 μ. βόρεια του νότιου τοίχου του δωματίου.

Η στρωματογραφία του δωματίου είναι περίπλοκη και σημαντική για την αξιολόγηση και τη χρονολόγηση της μετάβασης από την Πρώιμη Ανατολίζουσα στην Αρχαϊκή περίοδο. Τον 6ο αιώνα π.Χ.-αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., ολόκληρος ο χώρος της B4000 ήταν καλυμμένος με δρόμο που διέτρεχε το περίγραμμα της νοτιοδυτικής πλαγιάς, πάνω από τα Νοτιοδυτικά Κτήρια (εικ. 11). Το 2006 είχαμε αποκαλύψει τμήμα αυτού του δρόμου στην παρακείμενη τομή, B3000, στα νότια. Έτσι, επεκτείναμε την ανασκαφή προς τα βόρεια σε μια προσπάθεια να αποκαλυφθεί ολόκληρη η επιφάνεια του δρόμου, η οποία παρουσιάζει δύο διακριτές φάσεις και ένα βαθύ υπόστρωμα από πηλό. Κάτω από αυτό το υπόστρωμα, υπήρχε επίχωση βάθους 30 εκ. της Αρχαϊκής περιόδου με βότσαλα.

Το στρώμα κάτω από την επίχωση με βότσαλα αποτελεί την απόθεση της φάσης της εγκατάλειψης μέσα στο δωμάτιο του 7ου αιώνα π.Χ. -υλικό οροφής και τοίχου που κατάρρευσε αναμεμειγμένο με  αποθέσεις από υπολείμματα καύσης. Κατάλοιπα κατοίκησης βρέθηκαν ακριβώς πάνω από την επιφάνεια του δαπέδου, στο κέντρο και στη νότια πλευρά του δωματίου, περιλαμβάνοντας αρκετά ακέραια αγγεία (ένα μικρό μαγειρικό σκεύος, αγγεία πόσεως με χαμηλό λαιμό, μια υδρία, ένας ενεπίγραφος χονδροειδής κρατήρας και ένας αρύβαλλος).

Στο βόρειο άκρο του δωματίου υπήρχε κεραμικός κλίβανος (εικ. 10). Το δάπεδο και η επένδυση από πηλό δεν σώζονται, αν και υπολείμματα κόκκινου πηλού είναι ορατά στους τοίχους. Η θεμελίωση του κεντρικού στύλου ή βάθρου αποτελείται από δύο αργούς λίθους με ύψος περίπου 0,5 μ. Η είσοδος στον κλίβανο ορίζεται από χαμηλό τοίχο με σκαλιά, ο οποίος εκτείνεται έξω από τον ανατολικό τοίχο του δωματίου, κατά 1,30 μ. περίπου, αφήνοντας άνοιγμα 0,70 μ. προς τη δίοδο τροφοδοσίας του κλιβάνου.

Ο βόρειος και ο ανατολικός τοίχος του κλιβάνου σώζονται σε ύψος 1,5 μ. περίπου. Ο ανατολικός τοίχος της B4000 παρουσιάζει καλοχτισμένη όψη στο μέσο και στο βόρειο τμήμα του, παρόλο που στην είσοδο του κλιβάνου διακρίνεται αλλαγή στην κατασκευή. Σε αυτό το σημείο, η ομαλή πορεία του τοίχου διακόπτεται σχηματίζοντας καμπύλη προς το πίσω τμήμα του κτηρίου και εκτείνεται προς τη βόρεια πλευρά. Αυτή η πλευρά -ουσιαστικά ο τοίχος του θαλάμου όπτησης- είναι μια κυρτή πρόσοψη από ακανόνιστα τοποθετημένους μικρούς αργούς λίθους και μεγάλα βότσαλα. Ο τοίχος φαίνεται να έχει κατασκευαστεί εν μέρει πάνω στον πίσω τοίχο του Κτηρίου της ΠΕΣ-Α.

Οι λίθοι που επένδυαν τη δίοδο τροφοδοσίας και οι τοίχοι του θαλάμου όπτησης έχουν καεί -σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν ασβεστοποιηθεί-, ενώ μαύρη και γκρίζα κονιορτοποιημένη στάχτη έχει λεκιάσει τους τοίχους της διόδου τροφοδοσίας από το ανακατασκευασμένο επίπεδο του δαπέδου. Παρόλο που το δάπεδο του κλιβάνου δεν σώζεται, έχουν βρεθεί μικρά τμήματά του μέσα στη δίοδο τροφοδοσίας. Η θέση του μπορεί να προσδιοριστεί από τη γραμμή που έχει σχηματίσει η στάχτη -η οποία αντιστοιχεί στο άνω τμήμα του σκαλοπατιού στην είσοδο- και από το κάτω τμήμα της επίχωσης με βότσαλα. Στη δίοδο τροφοδοσίας και σε παρακείμενους χώρους ανακαλύφθηκαν θραύσματα από ελαττωματικά αντικείμενα, καθώς και από την επένδυση των τοίχων και του δαπέδου.